κουνελώνας
•
- μέρος όπου υπάρχουν πολλά κουνέλια Βικιλεξικό
- χώρος όπου εκτρέφονται κουνέλια για εμπορικούς λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουνελώνας < κουνέλ(ι) + -ώνας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουνελώνας | κουνελώνες |
| Γενική | κουνελώνα | κουνελώνων |
| Αιτιατική | κουνελώνα | κουνελώνες |
| Κλητική | κουνελώνα | κουνελώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →