κουνιέμαι
•
- προφορικόπερπατώ και λικνίζομαι με τρόπο προκλητικό Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος κουνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουνιέμαι < παθητική φωνή του ρήματος κουνώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουνιέμαι | κουνιέσαι | κουνιέται | κουνιόμαστε | κουνιέστε | κουνιούνται |
| Παρατατικός | κουνιόμουν / κουνιόμουνα | κουνιόσουν / κουνιόσουνα | κουνιόταν / κουνιότανε | κουνιόμασταν / κουνιόμαστε | κουνιόσασταν / κουνιόσαστε | κουνιούνταν / κουνιόνταν / κουνιόντανε / κουνιόντουσαν |
| Αόριστος | κουνήθηκα | κουνήθηκες | κουνήθηκε | κουνηθήκαμε | κουνηθήκατε | κουνήθηκαν / κουνηθήκαν / κουνηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κουνηθώ / θα κουνιέμαι | θα κουνηθείς / θα κουνιέσαι | θα κουνηθεί / θα κουνιέται | θα κουνηθούμε / θα κουνιόμαστε | θα κουνηθείτε / θα κουνιέστε | θα κουνηθούν / θα κουνηθούνε / θα κουνιούνται |
| Παρακείμενος | έχω κουνηθεί | έχεις κουνηθεί | έχει κουνηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουνηθεί | είχες κουνηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουνηθεί / να κουνηθώ / να κουνιέμαι | να έχεις κουνηθεί / να κουνηθείς / να κουνιέσαι | να έχει κουνηθεί / να κουνηθεί / να κουνιέται | να κουνηθούμε / να κουνιόμαστε | να κουνηθείτε / να κουνιέστε | να κουνηθούν / να κουνηθούνε / να κουνιούνται |
| Προστακτική | — | κουνήσου | — | — | κουνηθείτε / κουνιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →