κουνιστός
•
- που μπορεί να κουνιέται, να ταλαντεύεται Βικιλεξικό
- κουνιστή καρέκλα
- Η τσουλήθρα είναι σπασμένη. Και η κούνια. Η τραμπάλα γέρνει, ενώ από το κουνιστό αλογάκι λείπει το κεφάλι. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 20.05.2009)
- παρωχημένη σημασίαομοφυλόφιλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουνιστός < κουνάω / κουν(ώ) + -ιστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουνιστός | κουνιστή | κουνιστό |
| Γενική | κουνιστού | κουνιστής | κουνιστού |
| Αιτιατική | κουνιστό | κουνιστή | κουνιστό |
| Κλητική | κουνιστέ | κουνιστή | κουνιστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουνιστοί | κουνιστές | κουνιστά |
| Γενική | κουνιστών | κουνιστών | κουνιστών |
| Αιτιατική | κουνιστούς | κουνιστές | κουνιστά |
| Κλητική | κουνιστοί | κουνιστές | κουνιστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →