κουνουπίδι
•
- φυτόμονοετές ποώδες φυτό του είδους Brassica oleracea που καλλιεργείται για την εδώδιμη άσπρη σφαιρική ανθοκεφαλή του Βικιλεξικό
- λαχανικόη ανθοκεφαλή του παραπάνω φυτού, η οποία έχει κανονικό μέγεθος γύρω στα 15 εκατοστά Βικιλεξικό
- λαϊκότροπομεθυσμένος Βικιλεξικό
- νεολογισμόςείδος χτενίσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουνουπίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουνουπίδιν < ελληνιστική κοινή κάνωπον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουνουπίδι | κουνουπίδια |
| Γενική | κουνουπιδιού | κουνουπιδιών |
| Αιτιατική | κουνουπίδι | κουνουπίδια |
| Κλητική | κουνουπίδι | κουνουπίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →