κουνουπιέρα
•
- κατασκευή από διαφανές υλικό με διχτυωτή πλέξη, συνήθως τούλι, που προστατεύει κάποιον χώρο από την είσοδο ιπτάμενων εντόμων όπως τα κουνούπια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουνουπιέρα < κουνούπ(ια) + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουνουπιέρα | κουνουπιέρες |
| Γενική | κουνουπιέρας | — |
| Αιτιατική | κουνουπιέρα | κουνουπιέρες |
| Κλητική | κουνουπιέρα | κουνουπιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →