κουπ
•
- κομμωτικήτο κόψιμο ρούχου ή μαλλιών Βικιλεξικό
- έκανε μια πολύ κοντή κουπ που της πάει πολύ
Ετυμολογία
κουπ < (λόγιο δάνειο) γαλλική coupe < couper (κόβω, χτυπάω) < coup (χτύπημα) < παλαιά γαλλική colp / cop < δημώδης λατινική *colpus < λατινική colaphus < αρχαία ελληνική κόλαφος (αντιδάνειο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →