κουπόνι
•
- χάρτινο απόκομμα από έγγραφο, έντυπο ή συσκευασία προϊόντος που δίνει στον κάτοχό του δικαίωμα σε έκπτωση, δώρο, παροχή υπηρεσίας κ.λπ Βικιλεξικό
- εκπτωτικό κουπόνι
- με τα κουπόνια της εφημερίδας απέκτησα μια δωδεκάτομη εγκυκλοπαίδεια
- το απόκομμα που αντιστοιχεί σε ορισμένο ποσό, το οποίο έχει δοθεί για οικονομική ενίσχυση πολιτικού κόμματος, σωματείου, φιλανθρωπικού οργανισμού κ.λπ. Βικιλεξικό
- κάθε μέλος του κόμματος αναλαμβάνει να πουλήσει κουπόνια για την ετήσια οικονομική εξόρμηση
Ετυμολογία
κουπόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική coupone < γαλλική coupon (απόκομμα) < couper
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουπόνι | κουπόνια |
| Γενική | κουπονιού | κουπονιών |
| Αιτιατική | κουπόνι | κουπόνια |
| Κλητική | κουπόνι | κουπόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →