κουράζω
•
- προξενώ σε κάποιον σωματική ή ψυχική κούραση, καταπονώ Βικιλεξικό
- Με κούρασε το σκάψιμο όλη μέρα.
- Με κουράζει αυτός ο άνθρωπος.
Ετυμολογία
κουράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουράζω (αρχική σημασία: τιμωρώ με κούρεμα) < αρχαία ελληνική κουρά -κούρεμα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουράζω | κουράζεις | κουράζει | κουράζουμε | κουράζετε | κουράζουν / κουράζουνε |
| Παρατατικός | κούραζα | κούραζες | κούραζε | κουράζαμε | κουράζατε | κουράζαν / κουράζανε / κούραζαν |
| Αόριστος | κούρασα | κούρασες | κούρασε | κουράσαμε | κουράσατε | κουράσαν / κουράσανε / κούρασαν |
| Μέλλοντας | θα κουράζω / θα κουράσω | θα κουράζεις / θα κουράσεις | θα κουράζει / θα κουράσει | θα κουράζουμε / θα κουράσουμε | θα κουράζετε / θα κουράσετε | θα κουράζουν / θα κουράζουνε / θα κουράσουν / θα κουράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουράσει | έχεις κουράσει | έχει κουράσει | έχουμε κουράσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουράσει | είχες κουράσει | είχε κουράσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουράσει / να κουράζω / να κουράσω | να έχεις κουράσει / να κουράζεις / να κουράσεις | να έχει κουράσει / να κουράζει / να κουράσει | να έχουμε κουράσει / να κουράζουμε / να κουράσουμε | να κουράζετε / να κουράσετε | να κουράζουν / να κουράζουνε / να κουράσουν / να κουράσουνε |
| Προστακτική | — | κούραζε / κούρασε | — | — | κουράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κουράστηκακουράζομαικουράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →