κουράρισμα
•
- λέγεται για γιατρούςη φροντίδα κάποιου αρρώστου με την επιλογή και εφαρμογή της πρέπουσας θεραπείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουράρισμα < κουράρ(ω) + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουράρισμα | κουραρίσματα |
| Γενική | κουραρίσματος | κουραρισμάτων |
| Αιτιατική | κουράρισμα | κουραρίσματα |
| Κλητική | κουράρισμα | κουραρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →