Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουραδόμαγκας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υβριστικόο ψευτόμαγκας, ο θρασύδειλος Βικιλεξικό
    • Ίσως την είχε δυσαρεστήσει η χωριατιά μου να πεταχτώ έτσι στα καλά καθούμενα και να προσφέρω εκατό ευρώ σαν κουραδόμαγκας που ήθελε να κάνει τον σπουδαίο. Έσκυψα πάνω της, «Συγχώρεσέ με» της είπα «αν φέρθηκα με απρέπεια, αλλά έχω πιει πολύ». (Θανάσης Χειμωνάς, Η μπλε ώρα, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

κουραδόμαγκας < κουράδ(α) + -ό- + μάγκας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουραδόμαγκαςκουραδόμαγκες
Γενικήκουραδόμαγκακουραδόμαγκων
Αιτιατικήκουραδόμαγκακουραδόμαγκες
Κλητικήκουραδόμαγκακουραδόμαγκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →