κουραμάνα
•
- πιτυρούχο ψωμί κατώτερης ποιότητας που παρασκευαζόταν ειδικά για τον στρατό Βικιλεξικό
- Άνοιξε το σακκίδιό του και μούκοψε ένα κομμάτι κουραμάνα. ( ⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
- γενικότερα, το ψωμί των στρατιωτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουραμάνα < αβέβαιης ετυμολογίας Πιθανόν :: ή από τις λέξεις κόρα (του ψωμιού) + μάνα. Δείτε και το αλβανικό karaman (ξεροκόμματο) :: ή από το γαλλικό επίρρημα couremment (τροχάδην) από το τρέξιμο των φαντάρων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουραμάνα | κουραμάνες |
| Γενική | κουραμάνας | — |
| Αιτιατική | κουραμάνα | κουραμάνες |
| Κλητική | κουραμάνα | κουραμάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →