Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουραμπιές

/ku.ɾaˈbʝes/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γλυκόπαραδοσιακό γλύκισμα από αλεύρι και βούτυρο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάτομο χωρίς πρωτοβουλίες Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοάνδρας που αποφεύγει τη στράτευση, φυγόστρατος Βικιλεξικό
    • Δουλειές υπήρχαν πολλές και ζωηρές, μα οι κουραμπιέδες κ' οι απαλλαγέντες κρατούσαν όλα τα πόστα και θησαυρίζανε στα σίγουρα. (Γιώργος Θεοτοκάς Η λίμνη [διήγημα])

Ετυμολογία

κουραμπιές < (άμεσο δάνειο) τουρκική kurabiye + -ς < αραβική غربية (ḡarbiyya), θηλυκό του غربي (ḡarribī)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουραμπιέςκουραμπιέδες
Γενικήκουραμπιέκουραμπιέδων
Αιτιατικήκουραμπιέκουραμπιέδες
Κλητικήκουραμπιέκουραμπιέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →