κουραμπιές
•
- γλυκόπαραδοσιακό γλύκισμα από αλεύρι και βούτυρο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο χωρίς πρωτοβουλίες Βικιλεξικό
- παρωχημένοάνδρας που αποφεύγει τη στράτευση, φυγόστρατος Βικιλεξικό
- Δουλειές υπήρχαν πολλές και ζωηρές, μα οι κουραμπιέδες κ' οι απαλλαγέντες κρατούσαν όλα τα πόστα και θησαυρίζανε στα σίγουρα. (Γιώργος Θεοτοκάς Η λίμνη [διήγημα])
Ετυμολογία
κουραμπιές < (άμεσο δάνειο) τουρκική kurabiye + -ς < αραβική غربية (ḡarbiyya), θηλυκό του غربي (ḡarribī)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουραμπιές | κουραμπιέδες |
| Γενική | κουραμπιέ | κουραμπιέδων |
| Αιτιατική | κουραμπιέ | κουραμπιέδες |
| Κλητική | κουραμπιέ | κουραμπιέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →