κουρασμένος
•
- που έχει κουραστεί, που νιώθει κούραση Βικιλεξικό
- Ο βασιλιάς όμως, βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει τους Βίκινγκς, ξεχάστηκε εντελώς. Φυσικά το καρβέλι έγινε κάρβουνο και, όταν επέστρεψε η γυναίκα, κουρασμένη και πεινασμένη, έβαλε τις φωνές στον Αλφρέδο, ο οποίος, μετανιωμένος και λυπημένος, της ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη. (Σαραντίτη Ελένη, Οι άνθρωποι του Βορρά: Βίκινγκς - η ιστορία τους, εκδ. Πατάκη, 2026)
- μεταφορικάπου διακρίνεται από έλλειψη πρωτοτυπίας, ή φρεσκάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κουράζομαι
Άλλοι τύποι
κουρασμένακουρασμένεκουρασμένεςκουρασμένηκουρασμένηςκουρασμένοκουρασμένοικουρασμένοςκουρασμένουκουρασμένουςκουρασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →