κουρδικά
•
- γλώσσακουρδικές γλώσσες με τρεις βασικές ποικιλίες (βόρεια, κεντρικά και νότια κουρδικά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρδικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κουρδικός στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρδικά | κουρδικά |
| Γενική | — | κουρδικών |
| Αιτιατική | — | κουρδικά |
| Κλητική | — | κουρδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →