Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρδιστήρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εξάρτημα με το οποίο κουρδίζουμε κάποιο όργανο, ρολόι ή παιχνίδι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάτομο που μας «κουρδίζει» Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουρδιστήρι < κουρδίζω + -τήρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουρδιστήρικουρδιστήρια
Γενικήκουρδιστηριούκουρδιστηριών
Αιτιατικήκουρδιστήρικουρδιστήρια
Κλητικήκουρδιστήρικουρδιστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →