Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρδιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που μπορεί να λειτουργήσει μόνον με μηχανισμό ελατηρίων τα οποία συσπειρώνονται με κούρδισμα (ρολόι, παιχνίδι, μουσικό όργανο) Βικιλεξικό
    • Τα κουρδιστά ρολόγια κοντεύουν να γίνουν αντίκες
  2. παρομοίωσηαυτός που μοιάζει σαν να λειτουργεί με κούρδισμα, ο κουρδισμένος, που κινείται μηχανικά, σαν να μην έχει δική του βούληση Βικιλεξικό
    • Περπατούσε σαν κουρδιστή κούκλα
  3. μεταφοράαυτός που μοιάζει σαν να λειτουργεί με κούρδισμα ενώ είναι αδύνατον, η μίξη της ζωής και της μηχανής, η χαρά στην οποία παρεμβάλλεται σκληρά και χωρίς συναισθήματα ένα μηχανικό στοιχείο που μπορεί να είναι και η κακία Βικιλεξικό
    • Το κουρδιστό πορτοκάλι, το βιβλίο του 'Αντονι Μπέρτζες που έγινε ταινία από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ (A clockwork Orange) με θέμα τη βία

Ετυμολογία

κουρδιστός < κουρδίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουρδιστόςκουρδιστήκουρδιστό
Γενικήκουρδιστούκουρδιστήςκουρδιστού
Αιτιατικήκουρδιστόκουρδιστήκουρδιστό
Κλητικήκουρδιστέκουρδιστήκουρδιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουρδιστοίκουρδιστέςκουρδιστά
Γενικήκουρδιστώνκουρδιστώνκουρδιστών
Αιτιατικήκουρδιστούςκουρδιστέςκουρδιστά
Κλητικήκουρδιστοίκουρδιστέςκουρδιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →