κουρδιστός
•
- αυτός που μπορεί να λειτουργήσει μόνον με μηχανισμό ελατηρίων τα οποία συσπειρώνονται με κούρδισμα (ρολόι, παιχνίδι, μουσικό όργανο) Βικιλεξικό
- Τα κουρδιστά ρολόγια κοντεύουν να γίνουν αντίκες
- παρομοίωσηαυτός που μοιάζει σαν να λειτουργεί με κούρδισμα, ο κουρδισμένος, που κινείται μηχανικά, σαν να μην έχει δική του βούληση Βικιλεξικό
- Περπατούσε σαν κουρδιστή κούκλα
- μεταφοράαυτός που μοιάζει σαν να λειτουργεί με κούρδισμα ενώ είναι αδύνατον, η μίξη της ζωής και της μηχανής, η χαρά στην οποία παρεμβάλλεται σκληρά και χωρίς συναισθήματα ένα μηχανικό στοιχείο που μπορεί να είναι και η κακία Βικιλεξικό
- Το κουρδιστό πορτοκάλι, το βιβλίο του 'Αντονι Μπέρτζες που έγινε ταινία από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ (A clockwork Orange) με θέμα τη βία
Ετυμολογία
κουρδιστός < κουρδίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρδιστός | κουρδιστή | κουρδιστό |
| Γενική | κουρδιστού | κουρδιστής | κουρδιστού |
| Αιτιατική | κουρδιστό | κουρδιστή | κουρδιστό |
| Κλητική | κουρδιστέ | κουρδιστή | κουρδιστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρδιστοί | κουρδιστές | κουρδιστά |
| Γενική | κουρδιστών | κουρδιστών | κουρδιστών |
| Αιτιατική | κουρδιστούς | κουρδιστές | κουρδιστά |
| Κλητική | κουρδιστοί | κουρδιστές | κουρδιστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →