κουρελιασμένος
•
- που έχει κουρελιαστεί Βικιλεξικό
- Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)
- μεταφορικάπου έχει εξευτελιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρελιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κουρελιάζω
Άλλοι τύποι
κουρελιασμένακουρελιασμένεκουρελιασμένεςκουρελιασμένηκουρελιασμένηςκουρελιασμένοκουρελιασμένοικουρελιασμένοςκουρελιασμένουκουρελιασμένουςκουρελιασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →