κουρελόχαρτο
•
- χαρτί χαμηλής αξίας, πχ. σε κακή κατάσταση ή για πέταγμα Βικιλεξικό
- Ο άνεμος παράσερνε τη σκόνη μαζί με ανακατωμένα κουρελόχαρτα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- επίσημο έγγραφο ή χαρτονόμισμα που δεν έχει αξία (και επομένως θα μπορούσε να πάει στα σκουπίδια όπως τα κουρέλια) Βικιλεξικό
- Τριάντα χρονών πια, με μεταπτυχιακό. Δηλαδή κουρελόχαρτο. Τη σχολή την είχε τελειώσει πριν από χρόνια με άριστα. Στη συνέχεια μεταπτυχιακό με τον καλύτερο καθηγητή. (Αλέξης Σταμάτης, Χαμαιλέοντες, (Αθήνα: Καστανιώτης), 2013. σελ. 270)
Ετυμολογία
κουρελόχαρτο < κουρελό- + -χαρτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρελόχαρτο | κουρελόχαρτα |
| Γενική | κουρελόχαρτου | κουρελόχαρτων |
| Αιτιατική | κουρελόχαρτο | κουρελόχαρτα |
| Κλητική | κουρελόχαρτο | κουρελόχαρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →