κουρεύω
•
- κόβω τα μαλλιά ή το τρίχωμα ανθρώπου ή ζώου Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκόβω το γρασίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουρεύω < ελληνιστική κοινή κουρεύομαι < κουρά
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουρεύω | κουρεύεις | κουρεύει | κουρεύουμε | κουρεύετε | κουρεύουν / κουρεύουνε |
| Παρατατικός | κούρευα | κούρευες | κούρευε | κουρεύαμε | κουρεύατε | κουρεύαν / κουρεύανε / κούρευαν |
| Αόριστος | κούρεψα | κούρεψες | κούρεψε | κουρέψαμε | κουρέψατε | κουρέψαν / κουρέψανε / κούρεψαν |
| Μέλλοντας | θα κουρέψω / θα κουρεύω | θα κουρέψεις / θα κουρεύεις | θα κουρέψει / θα κουρεύει | θα κουρέψουμε / θα κουρεύουμε | θα κουρέψετε / θα κουρεύετε | θα κουρέψουν / θα κουρέψουνε / θα κουρεύουν / θα κουρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουρέψει | έχεις κουρέψει | έχει κουρέψει | έχουμε κουρέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουρέψει | είχες κουρέψει | είχε κουρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουρέψει / να κουρέψω / να κουρεύω | να έχεις κουρέψει / να κουρέψεις / να κουρεύεις | να έχει κουρέψει / να κουρέψει / να κουρεύει | να έχουμε κουρέψει / να κουρέψουμε / να κουρεύουμε | να κουρέψετε / να κουρεύετε | να κουρέψουν / να κουρέψουνε / να κουρεύουν / να κουρεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε κουρεμένο / κούρευε / κούρεψε | — | — | κουρέψτε / κουρεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κουρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →