κουρζέτο
•
- ναυτικός όροςυδρορροή στα πλάγια του καταστρώματος ενός πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρζέτο < κουρζέτα < πορτογαλική cruzeta < cruz < λατινική crux
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρζέτο | κουρζέτα |
| Γενική | κουρζέτου | κουρζέτων |
| Αιτιατική | κουρζέτο | κουρζέτα |
| Κλητική | κουρζέτο | κουρζέτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →