κουρκουτιάζω
•
- λαϊκότροποχάνω τις πνευματικές μου δυνάμεις ή τις διανοητικές μου ικανότητες για διάφορους λόγους (κόπωση, γηρατειά κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρκουτιάζω < κουρκούτι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουρκουτιάζω | κουρκουτιάζεις | κουρκουτιάζει | κουρκουτιάζουμε | κουρκουτιάζετε | κουρκουτιάζουν / κουρκουτιάζουνε |
| Παρατατικός | κουρκούτιαζα | κουρκούτιαζες | κουρκούτιαζε | κουρκουτιάζαμε | κουρκουτιάζατε | κουρκουτιάζαν / κουρκουτιάζανε / κουρκούτιαζαν |
| Αόριστος | κουρκούτιασα | κουρκούτιασες | κουρκούτιασε | κουρκουτιάσαμε | κουρκουτιάσατε | κουρκουτιάσαν / κουρκουτιάσανε / κουρκούτιασαν |
| Μέλλοντας | θα κουρκουτιάζω / θα κουρκουτιάσω | θα κουρκουτιάζεις / θα κουρκουτιάσεις | θα κουρκουτιάζει / θα κουρκουτιάσει | θα κουρκουτιάζουμε / θα κουρκουτιάσουμε | θα κουρκουτιάζετε / θα κουρκουτιάσετε | θα κουρκουτιάζουν / θα κουρκουτιάζουνε / θα κουρκουτιάσουν / θα κουρκουτιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουρκουτιάσει | έχεις κουρκουτιάσει | έχει κουρκουτιάσει | έχουμε κουρκουτιάσει | έχετε κουρκουτιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουρκουτιάσει | είχες κουρκουτιάσει | είχε κουρκουτιάσει | είχαμε κουρκουτιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουρκουτιάσει / να κουρκουτιάζω / να κουρκουτιάσω | να έχεις κουρκουτιάσει / να κουρκουτιάζεις / να κουρκουτιάσεις | να έχει κουρκουτιάσει / να κουρκουτιάζει / να κουρκουτιάσει | να έχουμε κουρκουτιάσει / να κουρκουτιάζουμε / να κουρκουτιάσουμε | να έχετε κουρκουτιάσει / να κουρκουτιάζετε / να κουρκουτιάσετε | να κουρκουτιάζουν / να κουρκουτιάζουνε / να κουρκουτιάσουν / να κουρκουτιάσουνε |
| Προστακτική | — | κουρκούτιαζε / κουρκούτιασε | — | — | κουρκουτιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κουρκουτιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →