κουρνιαχτός
•
- το σύννεφο σκόνης που σηκώνεται κατά την κίνηση ανθρώπων, ζώων, οχημάτων ή με τον αέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρνιαχτός < μεσαιωνική ελληνική κουρνιαχτός < κορνιαχτός < κορνιοκτός < αρχαία ελληνική κονιορτός < κόνις (δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το κουρνιάζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρνιαχτός | κουρνιαχτοί |
| Γενική | κουρνιαχτού | κουρνιαχτών |
| Αιτιατική | κουρνιαχτό | κουρνιαχτούς |
| Κλητική | κουρνιαχτέ | κουρνιαχτοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →