Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρουπιαστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. διατηρημένος σε κουρούπι Βικιλεξικό
  2. παστωμένος Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοτο κουρουπιαστό: το σύγλινο, είδος αλλαντικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουρουπιαστός < *κουρουπιάζω, κουρουπιασ- + -τός < κουρούπι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουρουπιαστόςκουρουπιαστήκουρουπιαστό
Γενικήκουρουπιαστούκουρουπιαστήςκουρουπιαστού
Αιτιατικήκουρουπιαστόκουρουπιαστήκουρουπιαστό
Κλητικήκουρουπιαστέκουρουπιαστήκουρουπιαστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουρουπιαστοίκουρουπιαστέςκουρουπιαστά
Γενικήκουρουπιαστώνκουρουπιαστώνκουρουπιαστών
Αιτιατικήκουρουπιαστούςκουρουπιαστέςκουρουπιαστά
Κλητικήκουρουπιαστοίκουρουπιαστέςκουρουπιαστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →