Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρταλώ

/kuɾ.taˈlo/ρήμα
•
  1. ιδιωματικόκτυπώ, κάνω θόρυβο Βικιλεξικό
    • Μοναχή τὸ δρόμο ἐπῆρες / ἐξανᾶλθες μοναχή· / δὲν εἶν' εὔκολες οἱ θύρες / ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῇ.(Διονύσιος Σολωμός, Ύμνος εις την Ελευθερίαν)

Ετυμολογία

κουρταλώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουρταλίζω / κρουταλίζω / κροταλίζω < αρχαία ελληνική κροταλίζω < κρόταλον < κροτέω / κροτῶ < κρότος

Άλλοι τύποι

κουρταλούσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →