κουρτινόβεργα
•
- βέργα που τοποθετείται πάνω από παράθυρο, απ’ όπου κρεμιούνται οι κουρτίνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρτινόβεργα < κουρτίνα + -ο- + βέργα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρτινόβεργα | κουρτινόβεργες |
| Γενική | κουρτινόβεργας | κουρτινόβεργων |
| Αιτιατική | κουρτινόβεργα | κουρτινόβεργες |
| Κλητική | κουρτινόβεργα | κουρτινόβεργες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →