κουσκουσουριά
•
- ιδιωματικότο κουτσομπολιό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουσκουσουριά < κουσκουσούρης + -ιά < κουσκούς < τουρκική kuskus / kuşkuş < αραβική كسكس (kuskus)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουσκουσουριά | κουσκουσουριές |
| Γενική | κουσκουσουριάς | κουσκουσουριών |
| Αιτιατική | κουσκουσουριά | κουσκουσουριές |
| Κλητική | κουσκουσουριά | κουσκουσουριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →