Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουσουμάρω

ρήμα
•
  1. αργκόχειρίζομαι σωστά, χρησιμοποιώ επιτυχώς Βικιλεξικό
    • Βρε μάγκα, το μαχαίρι σου για να το κουσουμάρεις,/πρέπει να έχεις την ψυχή, φιγουρατζή, καρδιά για να το βγάλεις (Από το τραγούδι Το κουτσαβάκι, σε στίχους και μουσική του Ανέστη Δελιά)
  2. αργκόεπιδεικνύω Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοσυμπεριφέρομαι Βικιλεξικό
  4. παρωχημένονοστιμαίνω αφήνοντας να ωριμάσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουσουμάρω < ιταλική consumare < λατινική consumere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος consumo < con- + sumo < sub + emo < πρωτοϊταλική *emō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁em- (παίρνω, μοιράζω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →