κουσουμάρω
•
- αργκόχειρίζομαι σωστά, χρησιμοποιώ επιτυχώς Βικιλεξικό
- Βρε μάγκα, το μαχαίρι σου για να το κουσουμάρεις,/πρέπει να έχεις την ψυχή, φιγουρατζή, καρδιά για να το βγάλεις (Από το τραγούδι Το κουτσαβάκι, σε στίχους και μουσική του Ανέστη Δελιά)
- αργκόεπιδεικνύω Βικιλεξικό
- παρωχημένοσυμπεριφέρομαι Βικιλεξικό
- παρωχημένονοστιμαίνω αφήνοντας να ωριμάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουσουμάρω < ιταλική consumare < λατινική consumere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος consumo < con- + sumo < sub + emo < πρωτοϊταλική *emō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁em- (παίρνω, μοιράζω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →