κουσούρι
•
- ελάττωμα Βικιλεξικό
- Στο διάστημα που ήμουν ερωτευμένος με τον μαρξισμό, ή παρέβλεπα ή υποβάθμιζα ή εκλογίκευα τα κουσούρια του, όπως κάνει ο κάθε ερωτευμένος άνθρωπος με τα κουσούρια της καλής ή του καλού του – συχνά δε, προς γενική απορία των φίλων του, τα βρίσκει και εξόχως χαριτωμένα. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης. Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
Ετυμολογία
κουσούρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kusur + -ι < αραβική قصور (/qu.sˤuːr/)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουσούρι | κουσούρια |
| Γενική | κουσουριού | κουσουριών |
| Αιτιατική | κουσούρι | κουσούρια |
| Κλητική | κουσούρι | κουσούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →