κουτάλα
•
- κουζινικάοποιοδήποτε ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος μοιάζει με μεγάλο κουτάλι Βικιλεξικό
- σκεύος με μακριά λαβή που μοιάζει με βαθύ κουτάλι και χρησιμεύει για το σερβίρισμα της σούπας
- λαϊκότροποη ωμοπλάτη Βικιλεξικό
- εξάρτημα χωματουργικού μηχανήματος που χρησιμοποιείται για την εκσκαφή και ανύψωση υλικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτάλα < κουτάλ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -α < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουτάλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτάλα | κουτάλες |
| Γενική | κουτάλας | — |
| Αιτιατική | κουτάλα | κουτάλες |
| Κλητική | κουτάλα | κουτάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →