Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουταμάρα

/ku.taˈma.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του κουτού, η χαζομάρα, η μωρία, η βλακεία, η ηλιθιότητα Βικιλεξικό
    • Οι πράξεις του δηλώνουν κουταμάρα.
  2. ο λόγος ή η πράξη χωρίς νόημα, χωρίς λογική ή χωρίς να προηγηθεί ιδιαίτερη σκέψη Βικιλεξικό
    • Μη λες κουταμάρες!
    • Τι κουταμάρα ήταν αυτή που πήγες κι έκανες;

Ετυμολογία

κουταμάρα < κουτός + επίθημα -αμάρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουταμάρακουταμάρες
Γενικήκουταμάρας—
Αιτιατικήκουταμάρακουταμάρες
Κλητικήκουταμάρακουταμάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →