κουταμάρα
•
- η ιδιότητα του κουτού, η χαζομάρα, η μωρία, η βλακεία, η ηλιθιότητα Βικιλεξικό
- Οι πράξεις του δηλώνουν κουταμάρα.
- ο λόγος ή η πράξη χωρίς νόημα, χωρίς λογική ή χωρίς να προηγηθεί ιδιαίτερη σκέψη Βικιλεξικό
- Μη λες κουταμάρες!
- Τι κουταμάρα ήταν αυτή που πήγες κι έκανες;
Ετυμολογία
κουταμάρα < κουτός + επίθημα -αμάρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουταμάρα | κουταμάρες |
| Γενική | κουταμάρας | — |
| Αιτιατική | κουταμάρα | κουταμάρες |
| Κλητική | κουταμάρα | κουταμάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →