κουτιαίνω
•
- μεταβατικόαποβλακώνω Βικιλεξικό
- αμετάβατοαποβλακώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτιαίνω < κουτός + -ιαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουτιαίνω | κουτιαίνεις | κουτιαίνει | κουτιαίνουμε | κουτιαίνετε | κουτιαίνουν / κουτιαίνουνε |
| Παρατατικός | κούτιαινα | κούτιαινες | κούτιαινε | κουτιαίναμε | κουτιαίνατε | κουτιαίναν / κουτιαίνανε / κούτιαιναν |
| Αόριστος | κούτιανα | κούτιανες | κούτιανε | κουτιάναμε | κουτιάνατε | κουτιάναν / κουτιάνανε / κούτιαναν |
| Μέλλοντας | θα κουτιάνω / θα κουτιαίνω | θα κουτιάνεις / θα κουτιαίνεις | θα κουτιάνει / θα κουτιαίνει | θα κουτιάνουμε / θα κουτιαίνουμε | θα κουτιάνετε / θα κουτιαίνετε | θα κουτιάνουν / θα κουτιάνουνε / θα κουτιαίνουν / θα κουτιαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουτιάνει | έχεις κουτιάνει | έχει κουτιάνει | έχουμε κουτιάνει | έχετε κουτιάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουτιάνει | είχες κουτιάνει | είχε κουτιάνει | είχαμε κουτιάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουτιάνει / να κουτιάνω / να κουτιαίνω | να έχεις κουτιάνει / να κουτιάνεις / να κουτιαίνεις | να έχει κουτιάνει / να κουτιάνει / να κουτιαίνει | να έχουμε κουτιάνει / να κουτιάνουμε / να κουτιαίνουμε | να έχετε κουτιάνει / να κουτιάνετε / να κουτιαίνετε | να κουτιάνουν / να κουτιάνουνε / να κουτιαίνουν / να κουτιαίνουνε |
| Προστακτική | — | κούτιαινε / κούτιανε | — | — | κουτιάντε / κουτιαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →