κουτοπονηριά
•
- η πονηριά του κουτού, η συμπεριφορά του που τείνει να ξεγελάσει τους άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτοπονηριά < κουτοπόνηρ(ος) + -ιά. Μορφολογικά, κουτο- + πονηριά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτοπονηριά | κουτοπονηριές |
| Γενική | κουτοπονηριάς | κουτοπονηριών |
| Αιτιατική | κουτοπονηριά | κουτοπονηριές |
| Κλητική | κουτοπονηριά | κουτοπονηριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →