κουτουλώ
•
- χτυπάω κάτι με το κούτελο Βικιλεξικό
- Τον κουτούλησε ένας ταύρος, αλλά δεν έπαθε τελικά τίποτε.
- χτυπάω άθελά μου το κούτελο ή όλο το σώμα κάπου Βικιλεξικό
- Ήταν πολύ σκοτεινά, που κουτούλαγα συνέχεια πάνω σε διάφορα αντικείμενα, μέχρι να φτάσω στην έξοδο.
- πέφτει, γέρνει το κεφάλι μου λόγω υπνηλίας από κούραση ή νύστα Βικιλεξικό
- Λοιπόν, μάγκες μ, εγώ φεύγω, γιατί πήγε τρεις η ώρα και έχω αρχίσει και κουτουλάω.
- μεταφορικάτσουγκρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτουλώ < *κο(υ)τυλώ < αρχαία ελληνική κότυλος / κοτύλη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →