κουτούπωμα
•
- λαϊκότροποη ενέργεια και συνέπεια του κουτουπώνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποη ενέργεια και συνέπεια του κουτουπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτούπωμα < κουτουπώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτούπωμα | κουτουπώματα |
| Γενική | κουτουπώματος | κουτουπωμάτων |
| Αιτιατική | κουτούπωμα | κουτουπώματα |
| Κλητική | κουτούπωμα | κουτουπώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →