κουτρίζω
•
- λαϊκότροποκουτουλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτρίζω < κούτρα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουτρίζω | κουτρίζεις | κουτρίζει | κουτρίζουμε | κουτρίζετε | κουτρίζουν / κουτρίζουνε |
| Παρατατικός | κούτριζα | κούτριζες | κούτριζε | κουτρίζαμε | κουτρίζατε | κουτρίζαν / κουτρίζανε / κούτριζαν |
| Αόριστος | κούτρισα | κούτρισες | κούτρισε | κουτρίσαμε | κουτρίσατε | κουτρίσαν / κουτρίσανε / κούτρισαν |
| Μέλλοντας | θα κουτρίζω / θα κουτρίσω | θα κουτρίζεις / θα κουτρίσεις | θα κουτρίζει / θα κουτρίσει | θα κουτρίζουμε / θα κουτρίσουμε | θα κουτρίζετε / θα κουτρίσετε | θα κουτρίζουν / θα κουτρίζουνε / θα κουτρίσουν / θα κουτρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουτρίσει | έχεις κουτρίσει | έχει κουτρίσει | έχουμε κουτρίσει | έχετε κουτρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουτρίσει | είχες κουτρίσει | είχε κουτρίσει | είχαμε κουτρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουτρίσει / να κουτρίζω / να κουτρίσω | να έχεις κουτρίσει / να κουτρίζεις / να κουτρίσεις | να έχει κουτρίσει / να κουτρίζει / να κουτρίσει | να έχουμε κουτρίσει / να κουτρίζουμε / να κουτρίσουμε | να έχετε κουτρίσει / να κουτρίζετε / να κουτρίσετε | να κουτρίζουν / να κουτρίζουνε / να κουτρίσουν / να κουτρίσουνε |
| Προστακτική | — | κούτριζε / κούτρισε | — | — | κουτρίζετε / κουτρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →