κουτσάκι
•
- κρητικάμικρό και ξερό ξύλο Βικιλεξικό
- κρητικάξύλινος πάσσαλος για το δέσιμο ζώων Βικιλεξικό
- μεταφορικάμόνος κι έρημος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική küçük ή ίσως (άμεσο δάνειο) τουρκική köçek
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσάκι | κουτσάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κουτσάκι | κουτσάκια |
| Κλητική | κουτσάκι | κουτσάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →