κουτσαβάκισσα
•
- σπάνιοθηλυκό του κουτσαβάκης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσαβάκισσα < κουτσαβάκης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσαβάκισσα | κουτσαβάκισσες |
| Γενική | κουτσαβάκισσας | κουτσαβακισσών |
| Αιτιατική | κουτσαβάκισσα | κουτσαβάκισσες |
| Κλητική | κουτσαβάκισσα | κουτσαβάκισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →