κουτσαμάρα
•
- η ιδιότητα αυτού που είναι κουτσός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσαμάρα < κούτσαμα + -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσαμάρα | κουτσαμάρες |
| Γενική | κουτσαμάρας | — |
| Αιτιατική | κουτσαμάρα | κουτσαμάρες |
| Κλητική | κουτσαμάρα | κουτσαμάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →