Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουτσοδόντικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κουτσοδόντη, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουτσοδόντικος < κουτσοδόντης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσοδόντικοςκουτσοδόντικηκουτσοδόντικο
Γενικήκουτσοδόντικουκουτσοδόντικηςκουτσοδόντικου
Αιτιατικήκουτσοδόντικοκουτσοδόντικηκουτσοδόντικο
Κλητικήκουτσοδόντικεκουτσοδόντικηκουτσοδόντικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσοδόντικοικουτσοδόντικεςκουτσοδόντικα
Γενικήκουτσοδόντικωνκουτσοδόντικωνκουτσοδόντικων
Αιτιατικήκουτσοδόντικουςκουτσοδόντικεςκουτσοδόντικα
Κλητικήκουτσοδόντικοικουτσοδόντικεςκουτσοδόντικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →