κουτσοκαταφέρνω
•
- λαϊκότροποδύσκολα καταφέρνω να ζήσω ή να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσοκαταφέρνω < κουτσο- + καταφέρνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κουτσοκαταφέρνω < κουτσο- + καταφέρνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →