κουτσομπολεμένος
•
- που τον έχουν κουτσομπολέψει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσομπολεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κουτσομπολεύω
Άλλοι τύποι
κουτσομπολεμένακουτσομπολεμένεκουτσομπολεμένεςκουτσομπολεμένηκουτσομπολεμένηςκουτσομπολεμένοκουτσομπολεμένοικουτσομπολεμένοςκουτσομπολεμένουκουτσομπολεμένουςκουτσομπολεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →