Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουτσομπόλικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κουτσομπόλη ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουτσομπόλικος < κουτσομπόλης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσομπόλικοςκουτσομπόλικηκουτσομπόλικο
Γενικήκουτσομπόλικουκουτσομπόλικηςκουτσομπόλικου
Αιτιατικήκουτσομπόλικοκουτσομπόλικηκουτσομπόλικο
Κλητικήκουτσομπόλικεκουτσομπόλικηκουτσομπόλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσομπόλικοικουτσομπόλικεςκουτσομπόλικα
Γενικήκουτσομπόλικωνκουτσομπόλικωνκουτσομπόλικων
Αιτιατικήκουτσομπόλικουςκουτσομπόλικεςκουτσομπόλικα
Κλητικήκουτσομπόλικοικουτσομπόλικεςκουτσομπόλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →