κουτσουκέλα
•
- προφορικόπονηριά, μικροαπάτη, κατεργαριά Βικιλεξικό
- προφορικόερωτική / συζυγική απιστία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσουκέλα < μεσαιωνική ελληνική κουτσουκέλα < κουκουτσέλα / κουκουτζέλα < κουκούτσιν < ιταλική cucuzza (κολοκύθα) < υστερολατινική cucutia < λατινική cucurbita
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσουκέλα | κουτσουκέλες |
| Γενική | κουτσουκέλας | — |
| Αιτιατική | κουτσουκέλα | κουτσουκέλες |
| Κλητική | κουτσουκέλα | κουτσουκέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →