κουτσοφλέβαρος
•
- οικείοπροσωνυμία του μήνα Φεβρουαρίου, επειδή έχει λιγότερες μέρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσοφλέβαρος < κουτσο- + Φλεβάρ(ης) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσοφλέβαρος | κουτσοφλέβαροι |
| Γενική | κουτσοφλέβαρου | κουτσοφλέβαρων |
| Αιτιατική | κουτσοφλέβαρο | κουτσοφλέβαρους |
| Κλητική | κουτσοφλέβαρε | κουτσοφλέβαροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →