κουφαλιάρης
•
- αυτός που έχει κουφάλες, ή ανοίγει μεγάλες τρύπες Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που βρίσκει διεξόδους σε προβλήματα, Βικιλεξικό
- μεταφορικάο τυχερός Βικιλεξικό
- υβριστικόγια ομοφυλόφιλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουφαλιάρης < κουφάλα + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουφαλιάρης | κουφαλιάρηδες |
| Γενική | κουφαλιάρη | κουφαλιάρηδων |
| Αιτιατική | κουφαλιάρη | κουφαλιάρηδες |
| Κλητική | κουφαλιάρη | κουφαλιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →