Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουφαλιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει κουφάλες, ή ανοίγει μεγάλες τρύπες Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτός που βρίσκει διεξόδους σε προβλήματα, Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο τυχερός Βικιλεξικό
  4. υβριστικόγια ομοφυλόφιλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουφαλιάρης < κουφάλα + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουφαλιάρηςκουφαλιάρηδες
Γενικήκουφαλιάρηκουφαλιάρηδων
Αιτιατικήκουφαλιάρηκουφαλιάρηδες
Κλητικήκουφαλιάρηκουφαλιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →