Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουφωτός

/ku.foˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κοιλότητα, κενό ή βαθούλωμα (όπως στον τοίχο, ιδίως στα παντζούρια όταν είναι μισόκλειστα) Βικιλεξικό
    • κουφωτά παραθυρόφυλλα

Ετυμολογία

κουφωτός < κουφώ(νω) + -τός ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουφωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουφωτόςκουφωτήκουφωτό
Γενικήκουφωτούκουφωτήςκουφωτού
Αιτιατικήκουφωτόκουφωτήκουφωτό
Κλητικήκουφωτέκουφωτήκουφωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουφωτοίκουφωτέςκουφωτά
Γενικήκουφωτώνκουφωτώνκουφωτών
Αιτιατικήκουφωτούςκουφωτέςκουφωτά
Κλητικήκουφωτοίκουφωτέςκουφωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →