κοφινοποιός
•
- επάγγελμαπου (επαγγελματικά) κατασκευάζει κοφίνια, ο καλαθοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοφινοποιός < ελληνιστική κοινή κοφινοποιός < αρχαία ελληνική κόφινος + ποιέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοφινοποιός | κοφινοποιοί |
| Γενική | κοφινοποιού | κοφινοποιών |
| Αιτιατική | κοφινοποιό | κοφινοποιούς |
| Κλητική | κοφινοποιέ | κοφινοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →