κοφτός
•
- που έχει φτιαχτεί με κόψιμο Βικιλεξικό
- κοφτό μακαρονάκι
- που μοιάζει σαν του έχει αφαιρεθεί ένα κομμάτι Βικιλεξικό
- κοφτή πλαγιά
- που να έχει τα κατάλληλα αποτελέσματα πρέπει να του αφαιρεθεί ένα κομμάτι ή να του γίνει τομή Βικιλεξικό
- κοφτό εργόχειρο, κοφτή βεντούζα
- μεταφορικάπου γίνεται απότομα και γρήγορα Βικιλεξικό
- κοφτό χτύπημα, κοφτή πάσα
- σύντομος και απότομος, σχεδόν αγενής, που δεν αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις και παρερμηνείες Βικιλεξικό
- τα λόγια του ήταν κοφτά, δε σήκωνε αντιρρήσεις
Ετυμολογία
κοφτός < κόβω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοφτός | κοφτή | κοφτό |
| Γενική | κοφτού | κοφτής | κοφτού |
| Αιτιατική | κοφτό | κοφτή | κοφτό |
| Κλητική | κοφτέ | κοφτή | κοφτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοφτοί | κοφτές | κοφτά |
| Γενική | κοφτών | κοφτών | κοφτών |
| Αιτιατική | κοφτούς | κοφτές | κοφτά |
| Κλητική | κοφτοί | κοφτές | κοφτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →