Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοχενίλη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εντομολογίασκαθάρι από το οποίο εξάγεται η χρωστική ουσία καρμίνιο, που χρησιμοποιείται στη βαφική, αρωματοποιία, ζαχαροπλαστική, ακόμα και στην αλλαντοποιία και γενικά σε πολλά συσκευασμένα προϊόντα με σήμανση Ε120 (μη καρκινογόνο) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκταση χρώμαη καρμίνη (ή καρμίνι ή καρμίνιο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοχενίλη < γαλλική cochenille < ισπανική cochinilla < cochino < cocho < coch : Λιγότερο πιθανό: < λατινικά coccinus ή < αρχαία ελληνικά κόκκινος < κόκκος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοχενίληκοχενίλες
Γενικήκοχενίληςκοχενιλών
Αιτιατικήκοχενίληκοχενίλες
Κλητικήκοχενίληκοχενίλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →