κοχλίας
•
- μηχανικό εξάρτημα με ελικοειδές σπείρωμα που χρησιμοποιείται σε συνδέσεις μερών, κοινώς η βίδα Βικιλεξικό
- ανατομίασωλήνας τυλιγμένος σε σχήμα σπείρας που βρίσκεται στο λαβύρινθο του αφτιού Βικιλεξικό
- ζωολογίασαλιγκάρι Βικιλεξικό
- μουσικήΤο γυριστό άκρο όπου καταλήγει ο λαιμός ενός έγχορδου μουσικού οργάνου. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοχλίας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοχλίας (δείτε και κοχλιός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοχλίας | κοχλίες |
| Γενική | κοχλία | κοχλιών |
| Αιτιατική | κοχλία | κοχλίες |
| Κλητική | κοχλία | κοχλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →